“Ο κήπος των Φίντζι-Κοντίνι”: Διαβάστε τις πρώτες σελίδες

“Ο κήπος των Φίντζι-Κοντίνι”: Διαβάστε τις πρώτες σελίδες

Giorgio Bassani, Το μυθιστόρημα της Φεράρας

Ο κήπος των Φίντζι-Κοντίνι: Διαβάστε τις πρώτες σελίδες

Ο τάφος ήταν μεγάλος, ογκώδης, πραγματικά επιβλητικός: κάτι σαν ναός μεταξύ αρχαιοπρεπούς και ανατολίτικου στιλ, σαν αυτούς που βλέπαμε στα σκηνικά της Αίντας και του Ναμπούκο που ήταν τόσο πολύ της μόδας στα λυρικά μας θέατρα μέχρι πριν από λίγα χρόνια ακόμη. Σε οποιοδήποτε άλλο νεκροταφείο, του γειτονικού Δημοτικού Κοιμητηρίου συμπεριλαμβανομένου, μνήμα τέτοιων αξιώσεων δεν θα προκαλούσε καμία εντύπωση (αντίθετα μάλιστα, έτσι μπερδεμένο στη μεγάλη μάζα των τάφων), πέραν του ότι ενδεχομένως να περνούσε και απαρατήρητο. Στο δικό μας όμως νεκροταφείο ήταν το μοναδικό. Κι έτσι, μολονότι υψωνόταν αρκετά μακριά από την καγκελόπορτα της εισόδου, στο βάθος ενός χώρου εγκαταλελειμμένου, όπου για πάνω από μισόν αιώνα δεν είχαν θάψει ούτε έναν, ο τάφος αυτός προκαλούσε όντως εντύπωση, σου χτυπούσε αμέσως στο μάτι.

Την κατασκευή του την είχε εμπιστευθεί σ᾽ έναν διακεκριμένο καθηγητή της αρχιτεκτονικής, υπεύθυνο στην εποχή του και για πολλά άλλα τερατουργήματα, ο Μωυσής Φίντζι-Κοντίνι, ο προπάππος του Αλμπέρτο και της Μικόλ από την πατρική γραμμή, που πέθανε το 1863 λίγο μετά την προσάρτηση των παπικών εδαφών στο Βασίλειο της Ιταλίας, και ακολούθως, κατά συνέπεια, μετά την οριστική κατάργηση των εβραϊκών γκέτο ακόμα και στη Φεράρα. Μεγαλογαιοκτήμονας, «αναμορφωτής της φεραρέζικης γεωργίας» –όπως διαβάζουμε στην αναμνηστική πλάκα που είχε εντοιχίσει στη σκάλα της συναγωγής στη βία Ματσίνι, και δη στο ύψος του τρίτου κεφαλόσκαλου, η Εβραϊκή Κοινότητα προκειμένου να διαιωνιστεί η αξία και η προσφορά του «Ιταλού και Εβραίου»–, αλλά στον τομέα του καλλιτεχνικού γούστου δεν ήταν προφανώς και πάρα πολύ καλλιεργημένος, κι έτσι, όταν αποφάσισε να κατασκευάσει τάφο sibi et suis,* το ανέθεσε στον προρρηθέντα αρχιτέκτονα και τον άφησε να κάνει του κεφαλιού του. Τα χρόνια εκείνα έμοιαζαν όμορφα, ανθηρά: τα πάντα σε παρακινούσαν να ελπίζεις, να τολμάς να κάνεις πράγματα με ελευθερία. Συνεπαρμένος από την ευϕορία μιας εμπεδωμένης πια πολιτικής ισότητας, της ίδιας εκείνης που όταν ήταν νέος, την εποχή της εντεύθεν των Άλπεων  Δημοκρατίας,* του είχε επιτρέψει να αποκτήσει τα πρώτα του χίλια εκτάρια γης αξιοποιήσιμης μέσω εγγείων βελτιώσεων, εύλογο ήταν ο αυστηρός πατριάρχης, σε τούτη την επίσημη περίπτωση, να μην τσιγκουνευτεί τα έξοδα. Ήταν πολύ πιθανό μάλιστα να είχε δώσει λευκή επιταγή στον διακεκριμένο καθηγητή της αρχιτεκτονικής, ο οποίος με τόσο και τέτοιο μάρμαρο στη διάθεσή του, μάρμαρο λευκό της Καράρας και ροδαλό της Βερόνας, μάρμαρο γκρίζο με μαύρα στίγματα, μάρμαρο κίτρινο, μάρμαρο μπλε, μάρμαρο πρασινωπό –τι να κάνει κι αυτός;–, έχασε στο τέλος όλο του το μυαλό απ’ το κεφάλι του.

Το αποτέλεσμα; Ένα απίστευτο κατασκεύασμα όπου είχαν εκβάλει αρχιτεκτονικοί απόηχοι από το μαυσωλείο του Θεοδώριχου στη Ραβένα, από τους αιγυπτιακούς ναούς του Λούξορ, από το ρωμαϊκό μπαρόκ, μέχρι ακόμα και, καταπώς έδειχναν οι πλακουτσωτοί κίονες του περιστυλίου, από την αρχαϊκή Ελλάδα της Κνωσού. Αυτό ήταν! Σιγά σιγά όμως, χρονιά με τη χρονιά, ο χρόνος που με τον τρόπο του διορθώνει και τακτοποιεί πάντοτε τα πάντα είχε προνοήσει να βάλει τάξη σ᾽ εκείνο το εξωπραγματικό ανακάτω μα των πλέον ετερογενών ρυθμών. Ο Μωυσής Φίντζι-Κοντίνι, που αναφερόταν στην πλάκα ως «αυστηρή φυσιογνωμία ακάματου εργάτη», απεβίωσε το 1863. Η σύζυγός του Αλεγκρίνα Καμαγιόλι, «φύλακας-άγγελος του οίκου», το ᾽75. Το ᾽77, νέος ακόμη, ο μοναδικός του γιος, ο μηχανικός Μενότι, που τον ακολούθησε μετά από είκοσι γεμάτα χρόνια η σύζυγός του Γιοζέτε, της οικογενείας των βαρόνων του Άρτομ από τον κλάδο του Τρεβίζο. Κατόπιν η φροντίδα για τον τάφο, που εν τω μεταξύ, ως το 1914, είχε δεχθεί ένα μόνο ακόμα μέλος της οικογένειας, τον Γκουίντο, ένα αγοράκι έξι ετών, είχε προφανώς περάσει βαθμηδόν σε χέρια λιγότερο πρόθυμα να τον καθαρίζουν, να τον συγυρίζουν, να επισκευάζουν ζημιές όποτε χρειαζόταν, και πάνω απ᾽ όλα να αποκρούουν τις επιθέσεις της βλάστησης που τον πολιορκούσε πανταχόθεν. Τούφες τούφες τα χορτάρια, χορτάρια σκούρα, σχεδόν μαύρα, γερά σαν να ᾽ταν από μέταλλο, αλλά και οι φτέρες, οι τσουκνίδες, οι νάρδοι, οι παπαρούνες, όλα τους είχαν αφεθεί να προχωρούν ακώλυτα και πανελεύθερα και να εισβάλλουν στον τάφο με ολοένα μεγαλύτερο θράσος. Τόσο μάλιστα που το ᾽24, το ᾽25, καμιά εξηνταριά χρόνια ύστερα από τα εγκαίνιά του, όταν εγώ, παιδάκι ακόμη, έτυχε να δω πρώτη μου φορά τον ταφικό οίκο των Φίντζι-Κοντίνι («αληθινό τερατούργημα» συνήθιζε να τον χαρακτηρίζει η μητέρα μου κρατώντας με απ᾽ το χέρι), ήταν σχεδόν ήδη από τότε όπως είναι και τώρα, που με τα χρόνια δεν έχει μείνει πια κανένας να ενδιαφέρεται ν᾽ ασχοληθεί μαζί του. Μισοπνιγμένος μες στο πράσινο, που θύμιζε δάσος, με τις πολύχρωμες μαρμάρινες επιφάνειές του, που κάποτε ήταν λείες και αστραφτερές και τώρα είχαν γίνει πια θαμπές από τα σταχτιά στρώματα της σκόνης, φαγωμένος στη στέγη και στα εξωτερικά του σκαλοπάτια απ᾽ τους παγετούς και τους καύσωνες, είχε μεταμορφωθεί πια, και το ᾽βλεπες, σε κάτι που θύμιζε πλούτο και μεγαλείο, κάτι που το παθαίνουν όλα τα πράγματα αν τυχόν τ᾽ αφήσεις για πολύν καιρό εγκαταλελειμμένα.

Μακάρι να ξέραμε πώς και γιατί γεννιέται αυτή η ροπή προς τη μοναξιά. Γεγονός πάντως είναι ότι η ίδια η απομόνωση, ακριβώς η ίδια η αποκοπή με την οποία είχαν περιβάλει οι Φίντζι-Κοντίνι τους τεθνεώτες τους, περιέβαλλε και τον άλλο οίκο τους, το σπίτι που είχαν στο τέρμα του κόρσο Έρκολε Α΄ ντ᾽ Έστε. Τούτος ο δρόμος της Φεράρας, που τον έχουν καταστήσει αθάνατο ο Τζοζουέ Καρντούτσι και ο Γκαμπριέλε ντ᾽ Ανούντσιο, είναι τόσο γνωστός παγκοσμίως στους εραστές της τέχνης και της ποίησης, που οποιαδήποτε περιγραφή του δεν θα μπορούσε να είναι τίποτ᾽ άλλο παρ᾽ απλώς περιττή. Βρισκόμαστε ως γνωστόν ακριβώς στην καρδιά εκείνου του μέρους στον βόρειο τομέα της πόλης που προστέθηκε κατά την αναγέννηση στη στενόχωρη μεσαιωνική πολίχνη και που ακριβώς γι᾽ αυτό ονομάστηκε «Ηράκλειος Προσθήκη».* Δρόμος πλατύς· ευθύς σαν σπαθί, απ᾽ το Κάστρο ίσαμε τα Τείχη των Αγγέλων· όλο του το μήκος, ένθεν κακείθεν, το καταλαμβάνουν μεγαλοπρεπείς –στο χρώμα της σέπιας– κατοικίες ευγενών· κι έχει ένα απόμακρο, υπέροχο φόντο με χρώματα: το κόκκινο του τούβλου, το πράσινο της βλάστησης και το μπλε τ᾽ ουρανού νομίζεις πως σε πάνε στο άπειρο. Το κόρσο Έρκολε Α΄ ντ᾽ Έστε είναι τόσο όμορφο και είναι τόση η τουριστική του έλξη, που η σοσιαλκομμουνιστικὴ διοίκηση που είναι εδώ και δεκαπέντε χρόνια υπεύθυνη για τον Δήμο της Φεράρας κατάλαβε πολύ καλά πόσο αναγκαίο ήταν να μην το ακουμπήσει καν, να το υπερασπιστεί με το άκρον άωτον της αυστηρότητας απέναντι σε οποιαδήποτε οικοδομική η εμπορική σπέκουλα, και εν ολίγοις να διατηρήσει αλώβητο τον αρχικό αριστοκρατικό του χαρακτήρα.

Ο δρόμος είναι διάσημος: πέραν δε τούτου, είναι και ουσιαστικά άθικτος.

Ακόμα και σήμερα, για να πας ειδικά στο σπίτι των Φίντζι-Κοντίνι, μπορείς να μπεις και από το κόρσο Έρκολε Α΄ ντ᾽ Έστε, μόνο που για να φτάσεις εκεί θα κάνεις παραπάνω από μισό χιλιόμετρο επιπλέον διασχίζοντας μια τεράστια έκταση λίγο ή καθόλου καλλιεργημένη· και μπορεί μεν στο κτήριο να ενσωματώνονται τα ιστορικά απομεινάρια ενός οικήματος του 16ου αιώνα που κάποτε υπήρξε κατοικία η «αναψυχή» των ευγενών του Έστε, αποκτηθείσα έπειτα από τον ήδη γνωστό μας Μωυσή το 1850, και που αργότερα, με τις προσθήκες και τις διαδοχικές ανακαινίσεις εκ μέρους των κληρονόμων του, κατέληξε να μεταμορφωθεί σε κάτι νεογοτθικό, σε μέγαρο αγγλικού ρυθμού, αλλά, παρ᾽ όλα τα τόσο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά που έχουν επιβιώσει, αναρωτιέμαι αν ξέρει κανείς τίποτα γι᾽ αυτό, αν το θυμάται τώρα πια κανένας. Στον τουριστικό οδηγό Τούρινγκ δεν αναφέρεται τίποτα, πράγμα που δικαιολογεί και αθωώνει τους τουρίστες όταν το παρακάμπτουν. Αλλά και μέσα στην ίδια τη Φεράρα, απ᾽ ό,τι φαίνεται, ούτε οι λιγοστοί εβραίοι που έχουν απομείνει και είναι μέλη της ολοένα φθίνουσας ισραηλιτικής Κοινότητας το θυμούνται.

Ο Τούρινγκ δεν αναφέρει τίποτα, και αυτό, δεν χωράει αμφιβολία, είναι κακό. Να είμαστε δίκαιοι όμως: ο κήπος, ή χάριν της ακριβείας το απέραντο πάρκο που περιέβαλλε το σπίτι των Φίντζι-Κοντίνι πριν απ᾽ τον πόλεμο και απλωνόταν σε έκταση περίπου δέκα εκταρίων μέχρι κάτω στα Τείχη των Αγγέλων από τη μια μεριά και ως την Μπαριέρα ντι Πόρτα σαν Μπενεντέτο από την άλλη, αποτελούσε από μόνος του κάτι σπάνιο, κάτι το εξαιρετικό (οι Τούρινγκ των αρχών του 20ού αιώνα δεν παρέλειπαν ποτέ να αναφέρουν τον κήπο αυτόν με ύφος λόγου περίεργο, με κάτι μεταξύ λυρικής ποίησης και κοσμικού ρεπορτάζ), αλλά σήμερα κυριολεκτικώς δεν υφίσταται. Όλα τα δέντρα με τους χοντρούς κορμούς, φλαμουριές, φτελιές, λεύκες, πλατάνια, καστανιές, πεύκα, έλατα, λάρικες, κέδροι του Λιβάνου, κυπαρίσσια, βελανιδιές, πουρνάρια, μέχρι και φοινικιές και ευκάλυπτοι, όλα τα δέντρα που τα είχε φυτέψει κατά εκατοντάδες η Γιοζέτε Άρτομ, κόπηκαν στα δύο τελευταία χρόνια του πολέμου για να γίνουν καυσόξυλα, και όλη η περιοχή έχει μεμιάς ξαναγίνει πια όπως ήταν παλιά, τότε που την απέκτησε ο Μωυσής Φίντζι-Κοντίνι από τους μαρκησίους Αβόλι: ένας από τους τόσους μεγάλους λαχανόκηπους που βρίσκονται εντός των τειχών της πόλεως.

Μα θα είχε μείνει το ίδιο το σπίτι. Μένει βέβαια, μόνο που το μεγάλο, το ασυνήθιστο κτήριο, με αρκετές ζημιές από κάποιον βομβαρδισμό του ᾽44, έχει σήμερα καταληφθεί και κατοικείται από καμιά πενηνταριά οικογένειες αστέγων που ανήκουν σ ᾽ εκείνο το αστικό λούμπεν προλεταριάτο που δεν διαφέρει καθόλου από τους πληβείους των οικισμών της αρχαίας Ρώμης και που εξακολουθεί να συγκεντρώνεται κυρίως στις εισόδους του Παλατσόνε στη βία Μορτάρα: πρόκειται για κόσμο άξεστο, κόσμο άγριο και απείθαρχο (κάτι μήνες πιο πριν, όπως έμαθα, πήραν με τις πέτρες τον Δημοτικό Επιθεωρητή Υγιεινής που είχε ᾽ρθεί με το ποδήλατό του για επιθεώρηση), που προκειμένου να αποθαρρύνει κάθε πιθανή πρόθεση εκ μέρους της επιμελητείας Μνημείων της Εμίλια-Ρομάνια φαίνεται ότι είχε τη φαεινή ιδέα να ξύσει και να κατεβάσει από τους τοίχους και το τελευταίο ίχνος που είχε απομείνει απ᾽ τις παλιές τοιχογραφίες.

Οπότε τώρα γιατί να στέλνουμε άραγε τους καημένους τους τουρίστες σ᾽ εκείνον εκεί τον ερειπιώνα; – σκέφτομαι ότι κάπως έτσι πρέπει να σκέφτηκαν οι συντάκτες της τελευταίας έκδοσης του Τούρινγκ. Και στο κάτω κάτω, να τους στείλουμε να δούνε τι;